Κατέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά. Ήταν όλοι μαζεμένοι εκεί και ρωτούσαν όλοι το ίδιο πράγμα, μα τι συμβαίνει.
- Κοιτάξτε έξω
ακούγεται να λέει μια γνώριμη φωνή. Ήταν ο κυρ-Θοδωρής ο θυρωρός, κρυμμένος κάτω από το γραφειάκι του, με ένα πρόσωπο κατάχλωμο.
- Κοιτάξτε σας λέω!
Στρέψαμε όλοι μαζί τα κεφάλια μας, συγχρονισμένα, λες και ήμασταν κάποιο καλοκουρδισμένο ελβετικό παιχνίδι.
Ακόμα και αν είχα διαβάσει 30 φορές την Παλαιά Διαθήκη, δεν θα ήμουν προετοιμασμένος γι’ αυτό που αντίκρισα. Έξω, πίσω από την τζαμαρία, έβρεχε. Έβρεχε μικρά αιδοία, δεν μπορώ να σας το περιγράψω ακριβώς, μου είναι αδύνατο, μικρά, ευδιάκριτα, καλοσχηματισμένα, μουνάκια, πέρα από κάθε αμφιβολία.
Κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο και δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε αυτό που διαδραματιζόταν μπροστά στα μάτια μας. Τι φαινόμενο θα μπορούσε να είναι αυτό, ομαδική παράκρουση ή βιβλική καταστροφή.
Πλησιάζω την εξώπορτα και κάνω να την ανοίξω.
- Όχι, μη!
σκούζουν όλοι με μια φωνή.
Κοιτάζω με δέος και τρόμο το πρωτόγνωρο αυτό θέαμα. Κάτω από το θαμπό νυχτερινό φως μοιάζουν με ένα απαλό και ροδαλό χαλί, αν ήταν χιόνι θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω την φράση ‘το έχει στρώσει’.
Έρχεται και στέκεται δίπλα μου η κυρα-Γιωργία, η μαυροφορεμένη γριά από τον τρίτο. Στηρίζεται με τα δυο της χέρια πάνω στο μπαστούνι της και ακουμπάει το πηγούνι της στην κορυφή του.
- Ααααχ, αναστενάζει, όταν ανοίγουν οι ουρανοί κανείς δεν ξέρει τι πρόκειται να ρίξει…



